Μπορούμε να αισθανθούμε νεότεροι με τη σκέψη;

Σύμφωνα με έρευνες, η θετική αντιμετώπιση της γήρανσης μπορεί να οδηγήσει σε μια μακρύτερη και υγιέστερη ζωή, ενώ οι αρνητικές πεποιθήσεις μπορούν να έχουν εξαιρετικά επιζήμιες επιπτώσεις.

Άρθρο του David Robson, 2 Ιανουαρίου 2022. Το παρακάτω είναι ένα επεξεργασμένο απόσπασμα από το βιβλίο The Expectation Effect: How your Mindset Can Transform Your Life του David Robson.

Με βάση πολλές έρευνες σε βάθος πέντε δεκαετιών, όσοι βλέπουν τη διαδικασία της γήρανσης ως δυναμική για προσωπική ανάπτυξη τείνουν να έχουν πολύ καλύτερη υγεία στα 70, τα 80 ή τα 90 τους σε σχέση με όσους συνδέουν τη γήρανση με αδυναμία και μείωση της υγείας. Οι αλλαγές αυτές αντικατοπτρίζονται στη βιολογική γήρανση των κυττάρων και στη συνολική διάρκεια ζωής.

Από όλους τους ισχυρισμούς που εξέτασα για το νέο μου βιβλίο σχετικά με τη σύνδεση μυαλού-σώματος, η ιδέα ότι οι σκέψεις μας μπορούν να σχηματίσουν τη διαδικασία της γήρανσης και να επηρεάσουν τη μακροζωία ήταν μακράν η πιο εκπληκτική. Παρόλα αυτά, η επιστήμη φαίνεται να είναι ιδιαίτερα στιβαρή. “Υπάρχει μια σταθερή βάση έρευνας τώρα,” λέει η καθηγήτρια Allyson Brothers από το Colorado State University. “Υπάρχουν διαφορετικά εργαστήρια σε διαφορετικές χώρες που χρησιμοποιούν διαφορετικές μετρήσεις και διαφορετικές στατιστικές προσεγγίσεις αλλά η απάντηση είναι πάντα η ίδια.”

Αν μπορούσα να γυρίσω πίσω τον χρόνο

Οι πρώτες υποδείξεις ότι οι σκέψεις και οι προσδοκίες μας μπορούν είτε να επιταχύνουν ή να επιβραδύνουν τη διαδικασία της γήρανσης προήλθαν από ένα αξιοσημείωτο πείραμα από την ψυχολόγο Ellen Langer στο Πανεπιστήμιο Harvard.

Το 1979, ζήτησε από μια ομάδα ατόμων ηλικίας 70 και 80 ετών να κάνουν διάφορα γνωστικά και σωματικά τεστ, πριν τους πάρει σε μια εκδρομή διάρκειας μίας εβδομάδας σε ένα κοντινό μοναστήρι που είχε διακοσμηθεί στο στυλ της δεκαετίας του 1950. Τα πάντα στην τοποθεσία αυτή, από τα περιοδικά στο σαλόνι μέχρι τη μουσική που έπαιζε στο ραδιόφωνο και τις ταινίες που μπορούσαν να δουν, ήταν επιλεγμένα προσεκτικά με γνώμονα την ιστορική ακρίβεια.

Οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να ζήσουν σαν να βρίσκονταν στο 1959. Έπρεπε να γράψουν μια βιογραφία του εαυτού τους για εκείνη την εποχή σε ενεστώτα χρόνο και τους είπαν να λειτουργήσουν όσο πιο ανεξάρτητα γίνεται. (για παράδειγμα, αποθαρρύνθηκαν από το να ζητήσουν βοήθεια για να μεταφέρουν τα πράγματά τους στο δωμάτιο.) Οι ερευνητές επίσης οργάνωσαν συζητήσεις δύο φορές την ημέρα κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες έπρεπε να μιλήσουν για τα πολιτικά και αθλητικά δρώμενα του 1959 σαν να συνέβαιναν στο παρόν – χωρίς να μιλούν για γεγονότα που συνέβησαν μετά. Ο σκοπός ήταν να ανακαλέσουν τους νεότερους εαυτούς τους μέσα από όλους αυτούς τους συνειρμούς.

Για να δημιουργηθεί μια σύγκριση, οι ερευνητές οργάνωσαν μια δεύτερη εκδρομή μία εβδομάδα αργότερα, με νέα ομάδα συμμετεχόντων. Ενώ παράγοντες όπως η διακόσμηση, η δίαιτα και οι κοινωνικές επαφές παρέμεναν ίδιοι, αυτοί οι συμμετέχοντες έπρεπε να αναπολήσουν το παρελθόν, χωρίς να φέρονται σαν να ξαναζούν εκείνη την περίοδο.

Οι περισσότεροι συμμετέχοντες παρουσίασαν κάποιες βελτιώσεις από τις βάσεις των τεστ σε σύγκριση με όσα έγιναν μετά την εκδρομή, αλλά εκείνοι που ανήκαν στην πρώτη ομάδα, που είχαν εμβαθύνει πλήρως στον κόσμο του 1959, είδαν τα μεγαλύτερα οφέλη. Το 63% παρουσίασε σημαντική βελτίωση στα γνωστικά τεστ, για παράδειγμα, σε σύγκριση με μόλις 44% στην ομάδα ελέγχου. Η όρασή τους βελτιώθηκε, οι αρθρώσεις τους έγιναν πιο ελαστικές και τα χέρια τους ανέκτησαν τη δεξιότητά τους, καθώς η αρθρίτιδα υποχώρησε.

Όσο ενθαρρυντικά κι αν φαίνονται αυτά τα ευρήματα, η έρευνα της Langer βασίστηκε σε πολύ μικρό δείγμα. Οι ασυνήθιστοι ισχυρισμοί χρειάζονται ασυνήθιστες αποδείξεις και η ιδέα ότι η νοοτροπία μας θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να επηρεάσει τη φυσική μας γήρανση είναι μια πολύ ασυνήθιστη επιστημονική θεωρία.

Η Becca Levy, από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Yale, ηγείται της προσπάθειας να βρεθούν οι αποδείξεις. Σε μία από τις πιο πρώιμες – και πιο αξιοσημείωτες – εργασίες της, εξέτασε στοιχεία από τη Διαχρονική Μελέτη για τη Γήρανση και τη Συνταξιοδότηση της πολιτείας του Ohio, η οποία έχει εξετάσει πάνω από 1.000 συμμετέχοντες από το 1975.

Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων στην αρχή της μελέτης ήταν τα 63 έτη και σύντομα μετά την εισαγωγή τους, τους ζητήθηκε να μοιραστούν τις απόψεις τους για τη γήρανση. Για παράδειγμα, ρωτήθηκαν κατά πόσο συμφωνούν με την ακόλουθη δήλωση: “όσο γερνάς, τόσο λιγότερο χρήσιμος είσαι.” Είναι φοβερά εντυπωσιακό το πώς η Levy βρήκε ότι ο μέσος άνθρωπος που είχε θετική διάθεση έζησε για 22,6 χρόνια μετά το ξεκίνημα της μελέτης, ενώ ο μέσος άνθρωπος με πιο αρνητικές αντιλήψεις σχετικά με τη γήρανση έζησε μόλις 15 χρόνια ακόμα. Αυτή η σύνδεση παρέμεινε και αφού η Levy συνυπολόγισε την κατάσταση της υγείας τους στην αρχή της μελέτης, καθώς και παράγοντες κινδύνου, όπως κοινωνική και οικονομική κατάσταση ή αίσθημα μοναξιάς, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη μακροζωία.

Οι επιπτώσεις αυτού του ευρήματος είναι τόσο αξιοσημείωτες σήμερα όσο ήταν και το 2002, όταν πρωτοδημοσιεύτηκε η μελέτη. “Εάν διαπιστώναμε ότι ένας προηγουμένως άγνωστος ιός μείωνε το προσδόκιμο ζωής κατά πάνω από επτά χρόνια, πιθανότατα θα καταβάλλαμε σημαντικές προσπάθειες για τον εντοπισμό της αιτίας και την εφαρμογή διορθωτικών μέτρων,” έγραψε η Levy και οι συνάδελφοί της. “Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μία από τις πιθανές αιτίες είναι ήδη γνωστή : η υποτίμηση των ηλικιωμένων που είναι επιτρεπτή από την κοινωνία.”

Έκτοτε, μεταγενέστερες μελέτες έχουν ενισχύσει τη σύνδεση μεταξύ των προσδοκιών των ανθρώπων και της σωματικής γήρανσης, απορρίπτοντας κάποιες από τις πιο προφανείς – και λιγότερο ενδιαφέρουσες – εξηγήσεις. Θα περίμενε κανείς ότι οι συμπεριφορές των ανθρώπων θα αντανακλούσαν την επιδείνωσή τους αντί να συμβάλλουν στην παρακμή, για παράδειγμα. Όμως αρκετοί υποστηρίζουν πεποιθήσεις που ενισχύουν την προκατάληψη ενάντια στους ηλικιωμένους, όπως για παράδειγμα ότι “οι γέροι είναι αβοήθητοι”, πολύ καιρό πριν να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι αναπηρίες σχετικές με την ηλικία. Επίσης, η Levy έχει βρει ότι αυτού του είδους οι απόψεις, που μπορεί να εκφράζονται στα 30, μπορούν να προβλέψουν τον επακόλουθο κίνδυνο αυτών των ατόμων για καρδιαγγειακές παθήσεις έως και 38 χρόνια μετά.

Τα πιο πρόσφατα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι πεποιθήσεις για την ηλικία πιθανόν να παίζουν κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη της νόσου του Αλτσχάιμερ. Με την παρακολούθηση 4.765 συμμετεχόντων για τέσσερα χρόνια, οι ερευνητές βρήκαν ότι οι θετικές προσδοκίες σε σχέση με τη γήρανση μείωναν στο μισό το ρίσκο ανάπτυξης της νόσου, σε σύγκριση με όσους έβλεπαν την τρίτη ηλικία ως μια περίοδο αναπόφευκτης επιδείνωσης. Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό ίσχυε και για όσους έφεραν μια επιβλαβή παραλλαγή του γονιδίου APOE, η οποία είναι γνωστό ότι καθιστά τα άτομα πιο ευάλωτα στη νόσο. Η θετική νοοτροπία μπορεί να εξουδετερώσει μια κληρονομική ατυχία, προστατεύοντας από τη συσσώρευση των τοξικών πλακών και τη νευρωνική απώλεια που χαρακτηρίζουν τη νόσο.

Πώς γίνεται αυτό;

Η συμπεριφορά είναι αδιαμφισβήτητα σημαντική. Αν συνδέεις τη γήρανση με αδυναμία και αναπηρία, είναι πιθανό να μην ασκείσαι αρκετά όσο μεγαλώνεις και αυτή η έλλειψη άσκησης σίγουρα θα ενισχύσει την προδιάθεση για πολλές ασθένειες, συμπεριλαμβανομένων καρδιαγγειακών παθήσεων και της νόσου του Αλτσχάιμερ.

Όμως, είναι εξίσου σημαντικό το ότι οι πεποιθήσεις για την ηλικία μπορούν να έχουν απευθείας επιπτώσεις στη φυσιολογία μας. Οι ηλικιωμένοι που έχουν αντιμετωπίσει αρνητικά στερεότυπα σε σχέση με την ηλικία τείνουν να έχουν υψηλότερη αρτηριακή πίεση όταν αντιμετωπίζουν προκλήσεις, ενώ εκείνοι που έχουν δει θετικά στερεότυπα επιδεικνύουν μια πιο ήπια αντίδραση. Βγάζει νόημα: αν πιστεύεις ότι είσαι αδύναμος και αβοήθητος, οι μικρές δυσκολίες θα αρχίσουν να μοιάζουν πιο απειλητικές. Μακροπρόθεσμα, αυτή η εντατική αντίδραση στο στρες αυξάνει τα επίπεδα της ορμόνης κορτιζόλης και της σωματικής φλεγμονής, που μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο επιδείνωσης της υγείας.

Οι επιπτώσεις αυτές είναι ορατές ακόμα και στους πυρήνες των μεμονωμένων κυττάρων, όπου αποθηκεύεται το γενετικό μας υλικό. Τα γονίδιά μας είναι σφιχτά τυλιγμένα στα χρωμοσώματα κάθε κυττάρου, τα οποία έχουν μικροσκοπικά προστατευτικά καλύμματα, τα λεγόμενα τελομερή, τα οποία διατηρούν το DNA σταθερό και το εμποδίζουν να φθαρεί και να καταστραφεί. Τα τελομερή τείνουν να μικραίνουν καθώς μεγαλώνουμε και αυτό μειώνει τις προστατευτικές τους ικανότητες και μπορεί να προκαλέσει δυσλειτουργία του κυττάρου. Στα άτομα με αρνητικές πεποιθήσεις για την ηλικία, η διαδικασία αυτή φαίνεται να επιταχύνεται – τα κύτταρά τους φαίνονται βιολογικά μεγαλύτερα. Σε εκείνους με τις θετικές αντιλήψεις, είναι πολύ πιο αργή – τα κύτταρά τους φαίνονται νεότερα.

Για πολλούς επιστήμονες, η σύνδεση μεταξύ των πεποιθήσεων για την ηλικία και τη μακροπρόθεσμη υγεία και μακροζωία είναι πρακτικά αδιαμφισβήτητη. “Είναι πλέον καλά εδραιωμένη,” λέει ο Δρ. David Weiss, που μελετά την ψυχολογία της γήρανσης στο Πανεπιστήμιο Martin-Luther στο Halle-Wittenberg της Γερμανίας. Και πια έχει κρίσιμες επιπτώσεις για άτομα όλων των γενεών.

Η κουλτούρα μας είναι γεμάτη από μηνύματα που ενισχύουν τις καταστρεπτικές πεποιθήσεις για την ηλικία. Σκεφτείτε μόνο τις ευχετήριες κάρτες που συχνά εμφανίζουν ηλικιωμένους ανθρώπους να είναι αφηρημένοι ή μπερδεμένοι.

Αλλά κι εμείς μπορούμε να αναθεωρήσουμε τις αντιλήψεις μας σχετικά με τη δική μας γήρανση. Διάφορες μελέτες δείχνουν ότι η νοοτροπία μας είναι εύπλαστη. Αν μάθουμε να απορρίπτουμε τις μοιρολατρικές πεποιθήσεις και να εκτιμούμε κάποιες από τις θετικές αλλαγές που έρχονται με την ηλικία, μπορεί να αποφύγουμε την εντατική απόκριση στο στρες που δημιουργείται από την έκθεση στα αρνητικά στερεότυπα. Έτσι θα έχουμε μεγαλύτερο κίνητρο να αθληθούμε και να εξασκήσουμε το σώμα και το μυαλό μας και να αντιμετωπίσουμε νέες προκλήσεις.

Leave A Reply