Οι επιστήμονες θα πρέπει να επικοινωνούν αποτελέσματα με διανοητική ταπεινότητα. Δείτε πώς.

  • Home
  • Blog
  • ΕΡΕΥΝΑ
  • Οι επιστήμονες θα πρέπει να επικοινωνούν αποτελέσματα με διανοητική ταπεινότητα. Δείτε πώς.

Ένας ταπεινός τρόπος σκέψης μπορεί να δημιουργήσει μια πιο ειλικρινή και αναπαραγώγιμη έρευνα, λένε οι κοινωνικοί επιστήμονες

Άρθρο της Sujata Gupta, 28 Οκτωβρίου, 2021

Στη σειρά παιδικών βιβλίων Zoey and Sassafras, την οποία αγαπούν και τα δικά μου παιδιά, η νεαρή Zoey πρέπει να βρει τρόπο να σώσει μαγικά όντα με μυστηριώδεις τραυματισμούς και παθήσεις. Η μητέρα της Zoey που είναι επιστήμονας, της μαθαίνει τις βασικές αρχές των πειραμάτων: Παρατήρηση, υπόθεση, δοκιμή, συμπέρασμα. Σε όλη τη διάρκεια της σειράς, η Zoey μαθαίνει ότι τα αποτυχημένα πειράματα, παρότι είναι απογοητευτικά, είναι απλά μέρος της επιστημονικής διαδικασίας.

Με τον ίδιο τρόπο, οι εκπαιδευτικοί ενθαρρύνουν τους εκκολαπτόμενους επιστήμονες να είναι ανοιχτοί στο να κάνουν λάθη και να προσαρμόζουν ιδέες – να είναι σαν τη Zoey. Θεωρητικά λοιπόν, αυτός ο ταπεινός τρόπος σκέψης θα έπρεπε να παραμείνει θεμελιώδης καθώς οι μαθητές γίνονται αναγνωρισμένοι επιστήμονες. Όμως, σε έναν σχολιασμό στις 28 Οκτωβρίου στο περιοδικό Nature Human Behaviour, οι ψυχολόγοι Rink Hoekstra και Simine Vazire επιχειρηματολογούν ότι η λειτουργία της επιστήμης, και ειδικότερα η διαδικασία δημοσίευσης ευρημάτων σε επιστημονικά περιοδικά, απέχει πολύ από αυτό το απλό στυλ του να “λέμε τα πράγματα όπως είναι”. Είναι πιο αλαζονική.

“Νομίζω ότι διδασκόμαστε σιωπηρά να καυχιόμαστε για τα αποτελέσματά μας,” λέει ο Hoekstra από το Πανεπιστήμιο του Groningen στην Ολλανδία.

Ο Hoekstra και η Vazire, από το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης στην Αυστραλία, προτείνουν ότι οι επιστήμονες θα πρέπει να είναι πρόθυμοι να αναγνωρίσουν ότι μπορεί να κάνουν λάθος, κάτι που οι ψυχολόγοι ονομάζουν “διανοητική ταπεινότητα.” Αυτή η ταπεινή προσέγγιση επεκτείνεται πέρα από τη διαφάνεια, γράφουν οι συγγραφείς. “Το να αναγνωρίζουμε τους περιορισμούς μας… συνεπάγεται τη δέσμευση να τους αναδεικνύουμε, να τους παίρνουμε στα σοβαρά, και να αποδεχόμαστε τις συνέπειές τους.”

Οι ψυχολόγοι έχουν δείξει ότι η διανοητική ταπεινότητα βοηθά τους ανθρώπους να μαθαίνουν για χάρη της μάθησης, έχει τη δυνατότητα να μειώσει την πολιτική πόλωση, και ενθαρρύνει τους ανθρώπους να εξετάσουν τις ειδήσεις για παραπληροφόρηση.

Μια ταπεινή προσέγγιση θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις κοινωνικές επιστήμες. Ο χώρος αντιμετωπίζει κρίση εδώ και μία δεκαετία περίπου, καθώς οι ερευνητές έχουν επανειλημμένα προσπαθήσει και αποτύχει να αναπαράγουν αρχικές έρευνες. Αυτή η συνεχιζόμενη κρίση έχει οδηγήσει πολλούς επιστήμονες να προβούν σε ενδοσκόπηση. Το 2016, η ψυχολόγος προσωπικότητας Julia Rohrer ξεκίνησε το Loss-of-Confidence Project (Έργο Απώλειας Αυτοπεποίθησης), στο οποίο ζητούσε από ερευνητές να υποβάλλουν έργα στα οποία δεν πίστευαν πια, μαζί με λεπτομερή εξήγηση για τον λόγο που άλλαξαν γνώμη. Παρότι η δημόσια απαξίωση του ίδιου τους του έργου δεν βοηθά την πρόοδο, η διανοητική ταπεινότητα στην επιστήμη θα βοηθούσε. Ουσιαστικά αποτελεί έναν τρόπο για τους επιστήμονες να αποφύγουν κοινά εμπόδια από την αρχή, λέει η Rohrer, από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας στη Γερμανία.

Καθώς οι καριέρες των επιστημόνων συχνά βασίζονται στη δημοσίευση ερευνητικών εργασιών σε κορυφαία περιοδικά, λέει ο Hoekstra, συχνά νιώθουν την πίεση να υπερβάλλουν λίγο στα αποτελέσματά τους. Οι επιστήμονες μπορεί να προωθήσουν την πρωτοτυπία μιας έρευνας, να προσαρμόσουν τη στατιστική για να κρύψουν αβεβαιότητες στα δεδομένα, να προσπεράσουν αποτυχημένα πειράματα ή να υπονοήσουν ότι τα θεωρητικά αποτελέσματα είναι πιο κοντά στην εφαρμογή στην πραγματική ζωή από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Ο Hoekstra προσθέτει ότι η διαδικασία δημοσίευσης ανταμείβει αυτή τη συμπεριφορά, κάτι που είναι ιδιαίτερα προβληματικό. Οι επιμελητές των περιοδικών και οι κριτές των άρθρων που εγκρίνουν τις μελέτες τείνουν να δίνουν προτεραιότητα σε ξεκάθαρες αφηγήσεις αντί για πιο διαφοροποιημένες.

Η αλλαγή χρειάζεται να ξεκινήσει από αυτούς τους φύλακες, επιχειρηματολογούν οι Hoekstra και Vazire. Ειδικά οι κριτές μπορούν να συνεισφέρουν στη λύση χωρίς να ρισκάρουν τις καριέρες τους. “Η κριτική είναι μία από τις ελάχιστες θέσεις στον ακαδημαϊκό χώρο όπου μπορείς να πεις ό,τι θέλεις ελεύθερα,” λέει ο Hoekstra.

Παρακάτω ο Hoekstra εξηγεί πώς κάθε τμήμα ενός επιστημονικού άρθρου – από την περίληψη που συνοψίζει το έργο έως τη συζήτηση που υποδεικνύει τα συμπεράσματα – μπορεί να χαρακτηρίζεται από διανοητική ταπεινότητα.

Τίτλος και περίληψη

Ο καθορισμός των εννοιών και επιπέδων στην αρχή της έρευνας είναι σημαντικός. Για παράδειγμα, αν η μελέτη έγινε με περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων, οι ερευνητές δεν θα πρέπει να υπονοήσουν ότι τα ευρήματά τους αντιπροσωπεύουν όλους τους ανθρώπους. Επιπλέον, οι ερευνητές θα πρέπει να αναφερθούν σε όλα τα πειράματα που ήταν μέρος της μελέτης, και όχι μόνο σε αυτά που είχαν τα ισχυρότερα αποτελέσματα.

Εισαγωγή

Οι ερευνητές θα πρέπει να αποφύγουν τις υπερβολές σχετικά με το πόσο τα ευρήματά τους προάγουν την τρέχουσα γνώση. Επίσης, δεν θα πρέπει να απομονώνουν στοιχεία από προηγούμενες μελέτες για να δείξουν ότι τα υπάρχοντα στοιχεία υποστηρίζουν σε μεγάλο βαθμό τα νέα ευρήματα. Ο Hoekstra λέει ότι οι ερευνητές συχνά αντιμετωπίζουν αυτό το μέρος του άρθρου σαν πειστικό επιχείρημα. Αντ’ αυτού, οι ερευνητές θα πρέπει να αναφερθούν με ειλικρίνεια τόσο στα παρόμοια ευρήματα, όσο και στις αντιπαραθέσεις ή τις διαφωνίες γύρω από το ερευνητικό τους θέμα.

Μέθοδοι

Ο σκοπός αυτού του τμήματος είναι να μπορέσει κάποιος εξωτερικός ερευνητής να αναπαράγει την έρευνα ακολουθώντας τις οδηγίες, λέει ο Hoekstra. “Η συνταγή θα πρέπει να είναι τόσο συγκεκριμένη… που να μην μπορείς να κάνεις λάθος.” Αλλά οι επιστήμονες συχνά παραλείπουν λεπτομέρειες σχετικά με τον χρόνο. Αυτό περιλαμβάνει βασικές λεπτομέρειες, όπως ποια ώρα της ημέρας συλλέχθηκαν τα δεδομένα, καθώς και το χρονικό περιθώριο διαφόρων αποφάσεων. Για παράδειγμα, σε ποιο στάδιο της διαδικασίας εξαιρέθηκαν κάποιοι συμμετέχοντες από την έρευνα; Και ποιες αποφάσεις πάρθηκαν πριν αναλυθούν τα δεδομένα σε σχέση με το μετά;

Παρότι αποτελεί ακόμα εξαίρεση αντί για κανόνα, ένας αυξανόμενος αριθμός επιστημονικών περιοδικών τώρα ζητούν από τους ερευνητές να προ-υποβάλλουν το ερευνητικό τους σχέδιο σε μια διαδικτυακή υπηρεσία – αναφέροντας με λεπτομέρεια την υπόθεση, τον σχεδιασμό της έρευνας και τις αναλύσεις πριν ξεκινήσουν την έρευνά τους. Αυτό μπορεί να βοηθήσει ενάντια στις προκαταλήψεις. “Ακόμα κι αν δεν θέλεις να κάνεις τίποτα κακό, θέλεις να ακολουθήσεις τους κανόνες, η τάση είναι να παίξεις λίγο με τα δεδομένα σου για να δεις τι λειτουργεί και τι όχι,” λέει ο Hoekstra.

Αποτελέσματα

Αντί να εστιάσουν στο τι δείχνουν τα δεδομένα, οι ερευνητές θα πρέπει να εστιάζουν στα σημεία όπου τα δεδομένα μπορεί να είναι ελλιπή. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να περιλαμβάνει τη διενέργεια πολλαπλών αναλύσεων για να κατανοήσουν πώς επηρεάζονται τα αποτελέσματα από φαινομενικά μικρές αποφάσεις στον ερευνητικό σχεδιασμό, όπως ποιοι συμμετέχοντες εξαιρούνται ή πώς μετρούνται οι βασικές μεταβλητές.

Επίσης, οι ερευνητές θα πρέπει να θέσουν τα στατιστικά τους ευρήματα σε ένα πλαίσιο. Έξω από τις κοινωνικές επιστήμες, αυτή η διαδικασία μπορεί να είναι σχετικά απλή. Για παράδειγμα, οι επιδημιολόγοι μπορούν να ποσοτικοποιήσουν πόσους ετοιμοθάνατους ασθενείς μπορεί να σώσει ένα φάρμακο. Αλλά η ποσοτικοποίηση του αντίκτυπου που έχει η νοσταλγία στην ευτυχία, για παράδειγμα, ή πώς η τάση για βαρεμάρα επηρεάζει κατά πόσο οι άνθρωποι ακολουθούν τις οδηγίες για την αποφυγή συνωστισμού, είναι πολύ πιο δύσκολες.

Οι ερευνητές μπορούν επίσης να διενεργήσουν μια Μπεϋζιανή ανάλυση, η οποία ενσωματώνει πρότερη γνώση για να προβλέψει την πιθανότητα ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος.

Συζήτηση

Στις τελευταίες λέξεις μιας εργασίας, οι ερευνητές τείνουν να παρουσιάζουν μια πιο στιβαρή ιστορία από όσο επιτρέπουν τα δεδομένα. Εναλλακτικά, οι ερευνητές θα πρέπει να επαναλάβουν τις πιθανές ατέλειες στον ερευνητικό σχεδιασμό και να αξιολογήσουν με ειλικρίνεια πόσο ευρεία μπορούν να είναι τα αποτελέσματα. Πολλές έρευνες, για παράδειγμα, περιλαμβάνουν μια παράγραφο με τους περιορισμούς, αναφέροντας συνοπτικά τις πιθανές ανεπάρκειες της μελέτης. Αντ’ αυτού, αυτοί οι περιορισμοί μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για ολόκληρη τη συζήτηση.

“Συνήθως κρύβουμε την αβεβαιότητα κάτω από το χαλί σε μια προσπάθεια να φανούμε δυνατοί και σίγουροι για τη γνώση,” λέει ο Hoekstra. “Πιστεύω ότι θα ήταν πολύ πιο δυνατό να αποδεχτούμε ότι πάντα υπάρχει αβεβαιότητα.”

Πληροφορίες: R. Hoekstra and S. Vazire. Aspiring to greater intellectual humility in scienceNature Human Behaviour. Posted October 28, 2021. doi:10.1038/s41562-021-01203-8.

Leave A Reply