Inge Lehmann

Inge Lehmann

Γεννημένη το 1888 στην Κοπεγχάγη (Δανία), η Inge Lehmann είχε μια ασυνήθιστη για την εποχή της ανατροφή. Πήγε σε ένα προοδευτικό σχολείο που διοικούταν από τη θεία του Niels Bohr, Hannah Adler. Η μαθηματικός της την υποστήριξε ιδιαίτερα, δίνοντάς της εξαιρετικά δύσκολα προβλήματα. Το σχολείο αντιμετώπιζε ισότιμα τα αγόρια και τα κορίτσια, αντίληψη που υιοθέτησε και η Lehmann. Ωστόσο, μεγαλώνοντας απογοητεύτηκε όταν συνειδητοποίησε ότι δεν αποτελεί γενικευμένη αντίληψη.

Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και αργότερα στο Newnham College, στο πανεπιστήμιο του Cambridge. Παρά τη διαφορετική αντιμετώπιση που βίωσε ως γυναίκα στην Αγγλία, απόλαυσε την παραμονή της εκεί. Επιστρέφοντας στη Δανία, σπούδασε αναλογιστικές επιστήμες και αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης το 1920.

Η Lehmann ξεκίνησε τη σεισμολογική της καριέρα τυχαία. Το 1925, ορίστηκε βοηθός του καθηγητή E. Norlund, που σκόπευε να εγκαταστήσει σεισμογραφικούς σταθμούς δίπλα στην Κοπεγχάγη καθώς και στη Γροιλανδία. Αφού πέρασε τις εξετάσεις γεωδαισίας στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, διορίστηκε επικεφαλής του τμήματος σεισμολογίας στο νέο-ιδρυθέν Βασιλικό Γεωδαιτικό Ινστιτούτο της Δανίας.

Εκείνη την εποχή, τα παρατηρητήρια παγκοσμίως συνέλλεγαν καταγραφές σεισμογράφων για κάθε σημαντικό σεισμό και τις έστελναν στη Διεθνή Σεισμολογική Σύνοψη στο Kew (Αγγλία), καθώς η σύγκριση ήταν θεμελιώδης για την εξαγωγή γεωλογικών συμπερασμάτων.

Η Lehmann παρατήρησε ότι ο καθορισμός των παραμέτρων εντοπισμού του επίκεντρου ενός σεισμού δεν ήταν αξιόπιστος, ενώ εντόπισε επιπλέον σεισμικά κύματα που δεν μπορούσαν να ερμηνευτούν με το υπάρχον μοντέλο του μοναδικού ρευστού πυρήνα. Για να ελαχιστοποιήσει τα σφάλματα καταγραφής των σεισμικών κυμάτων, συσχέτισε οπτικά μορφές κυμάτων μεταξύ διαφορετικών σεισμογράφων και συμπέρανε ότι η Γη έχει ένα εσωτερικό στερεό πυρήνα που περιβάλλεται από έναν εξωτερικό ρευστό πυρήνα. Ο εσωτερικός πυρήνας ευθυνόταν για τις αναντιστοιχίες καταγραφής και ερμήνευε τα επιπλέον σεισμικά κύματα. Τα συμπεράσματά της επιβεβαιώθηκαν από άλλους επιστήμονες.

Παρά την επιτυχία της, η Lehmann χρειάστηκε να παλέψει ενάντια στην ανδροκρατούμενη επιστημονική κοινότητα και το 2015 (στην 100η επέτειο της γυναικείας ψήφου στη Δανία), το όνομά της δόθηκε σε ένα νέο είδος σκαθαριού – Globicornis (Hadrotoma) – σε αναγνώριση της συμβολής της.

Η Lehmann αποτελεί έναν από τους πυλώνες της διεθνούς σεισμολογικής έρευνας. Εργάστηκε σε παρατηρητήρια σε όλον τον κόσμο. Διατήρησε τη θέση της στο Βασιλικό Γεωδαιτικό Ινστιτούτο της Δανίας μέχρι να συνταξιοδοτηθεί το 1953. Απεβίωσε το 1993, σε ηλικία των 104 χρονών, όντας μια από τις μακροβιότερες γυναίκες επιστήμονες.

Για την πηγή και την εικόνα

Leave A Reply