Μαίρη Άνινγκ

ΜΑΙΡΗ ΑΝΙΝΓΚ

Η Μαίρη Άνινγκ (1799-1847) ήταν Βρετανή συλλέκτης και έμπορος απολιθωμάτων. Παρόλο που έζησε πολύ πριν ο Άγγλος φυσιοδίφης Κάρολος Δαρβίνος δημοσιεύσει τη θεωρία της εξέλιξης, οι ανακαλύψεις της έδωσαν πολλά στοιχεία για τις αλλαγές που παρουσίασαν τα είδη στο πέρασμα του χρόνου και βοήθησαν στην πρώιμη ανάπτυξη  της παλαιοντολογίας.

Γεννήθηκε στις 21η Μαΐου 1799 στο Λάιμ Ρέγκις του Ντόρσετ της Αγγλίας. Ο πατέρας της ήταν μαραγκός και έμπορος απολιθωμάτων και η οικογένεια είχε ως κύρια πηγή εισοδήματος την πώληση απολιθωμάτων που συνέλεγαν από τους παραθαλάσσιους βράχους κοντά στο σπίτι τους. Μετά το θάνατο του πατέρα της το 1810, η οικογένεια στηριζόταν κυρίως στην ελεημοσύνη και στην πώληση απολιθωμάτων από ασπόνδυλα σε συλλέκτες και μελετητές.

Ανακαλύψεις

Κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Άνινγκ ανακάλυψε εγκλεισμένα στους βράχους του Lyme Regis απομεινάρια από αρκετά μεγάλα σπονδυλωτά. Οι βράχοι αυτοί, είναι πλούσιοι σε απολιθώματα και χρονολογούνται μεταξύ της ύστερης Τριασικής και της πρώιμης Ιουρασικής περιόδου (περίπου 229 με 176 εκατομμύρια χρόνια πριν), μια περίοδο που η περιοχή ήταν βυθισμένη στο νερό και βρισκόταν πλησιέστερα στον Ισημερινό.

Το 1810 ανακάλυψε μαζί με τον αδερφό της το πρώτο γνωστό δείγμα ιχθυόσαυρου. Το πιο γνωστό της εύρημα ήταν ο πρώτος άθικτος σκελετός πλησιόσαυρου που ανακάλυψε το 1824, τον οποίο πούλησε για 100 λίρες Αγγλίας στον Δούκα του Μπάκιγχαμ. Το εύρημα ήταν τόσο μεγάλο και καλά διατηρημένο που η αυθεντικότητα του αμφισβητήθηκε από μέρος της επιστημονικής κοινότητας και κυρίως από το Γάλλο ζωολόγο Ζώρζ Κυβιέ. Όταν αργότερα ο Κυβιέ πιστοποίησε την αυθεντικότητα του απολιθώματος, η φήμη της Άνινγκ εξαπλώθηκε στην επιστημονική κοινότητα της εποχής.

Το 1828 ανακάλυψε τον πρώτο πτερόσαυρο εκτός Γερμανίας, γνωστός ως Pterodactylus (or Dimorphodon) macronyx. Την ίδια περίοδο παρατήρησε κάποια ιδιόμορφα απολιθώματα στους σκελετούς των ιχθυόσαυρων που αναγνωρίστηκαν από τον Γουϊλιαμ Μπακλαντ, θεολόγο και παλαιοντολόγο, ως απολιθωμένα περιττώματα, γνωστά σήμερα ως κοπρόλιθοι. Το 1829 ανέσκαψε το σκελετό του Squaloraja, το οποίο θεωρείται μέλος μιας μεταβατικής ομάδας μεταξύ καρχαριών και σαλαχιών.       

Υπήρξε αυτοδίδακτη στη γεωλογία, την ανατομία, την παλαιοντολογία και την επιστημονική εικονογράφηση. Παρά την έλλειψη επίσημης επιστημονικής κατάρτισης, οι ανακαλύψεις της, οι γνώσεις της για την τοπική περιοχή και η ικανότητα συλλογής και ταξινόμησης των απολιθωμάτων της προσέδωσαν μεγάλη φήμη ανάμεσα στους άντρες παλαιοντολόγους. Η Άνινγκ απεβίωσε στις 9 Μαρτίου 1847. Το 2010 η Βρετανική Βασιλική Ακαδημία την αναγνώρισε ως μια από τις δέκα Βρετανές με την μεγαλύτερη επίδραση στην προώθηση της επιστήμης. 

Leave A Reply